Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Ο πολυπαθής θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης σε νέες περιπέτειες


ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ  ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ  ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ  ΤΩΝ  ΝΠΔΔ

Η συνεχιζόμενη απουσία Κοινωνικών Υπηρεσιών στα κατά τόπους Πρωτοδικεία, η αδικαιολόγητη μη έκδοση μέχρι σήμερα του σχετικού ΠΔ για την ανάθεση δικαστικών συμπαραστάσεων σε Σωματεία και Ιδρύματα (που έχουν συσταθεί για το σκοπό αυτό, δηλαδή για να τους ανατίθενται δικαστικές συμπαραστάσεις, και διαθέτουν κατάλληλο προσωπικό και υποδομή) του άρθρου 1671 ΑΚ, καθώς και η πλημμελής εφαρμογή από τους εμπλεκόμενους φορείς του ισχύοντος ν. 2447/1996, υποβαθμίζει το θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης, επιτείνει τις αντιφάσεις και καθιστά δυσχερή τη λειτουργία του στην πράξη.

Ενδεικτικά:
α) δικαστικές αποφάσεις διορίζουν δικαστικούς συμπαραστάτες ονομαστικά (ατομικά) κοινωνικούς λειτουργούς των Κοινωνικών Υπηρεσιών των ΝΠΔΔ (βλ. λ.χ. τις υπ’ αριθμ. 81/2016 και 361/2016 αποφάσεις του ΜΠρΚαβ, με τις οποίες δικαστικοί συμπαραστάτες ορίστηκαν ονομαστικά Κοινωνικοί Λειτουργοί του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας), ενώ σύμφωνα με την ΑΚ 1671 το δικαστήριο θα έπρεπε να αναθέσει τη δικαστική συμπαράσταση στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία και ο συντονιστής (κατ΄άρθρο 3 ΠΔ 250/1999) να ορίσει τον κοινωνικό λειτουργό που θα ασκεί τα έργα του δικαστικού συμπαραστάτη, 

β) άλλες δικαστικές αποφάσεις διορίζουν ως μέλος εποπτικού συμβουλίου και ένα όργανο της κοινωνικής υπηρεσίας ή αναθέτουν τα έργα του εποπτικού συμβουλίου σ΄αυτό το όργανο, χωρίς ωστόσο να έχει υποβληθεί νομίμως στο δικαστήριο, δηλαδή από τον συντονιστή του άρθρου 1 παρ. 2 ΠΔ 250/1999,  ο προβλεπόμενος στο άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ ειδικός κατάλογος όλων των ονομάτων των κοινωνικών λειτουργών και των επισκεπτών υγείας των μονάδων που συντονίζει για το συγκεκριμένο Πρωτοδικείο,
γ) ορισμένες Κοινωνικές Υπηρεσίες αρνούνται να παραλάβουν τα σχετικά με τη δικαστική συμπαράσταση δικόγραφα (αιτήσεις, κλήσεις και αποφάσεις), επικαλούμενες αναρμοδιότητα με την αιτιολογία ότι η διεύθυνση κατοικίας των συμπαραστατέων δεν είναι εντός της περιφέρειας αρμοδιότητά τους, με αποτέλεσμα να μην ολοκληρώνεται η σχετική διαδικασία (βλ. λ.χ. το υπ’ αριθμ. 11124/13-12-2016 έγγραφο του Διοικητικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών).
Με σκοπό την επίλυση αντιφάσεων παραθέτουμε το κείμενο που ακολουθεί.

I.  ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
1.  Στο άρθρο 54, ν. 2447/1996 (ΦΕΚ Α’ 278/30-12-1996) αναφέρεται καταλεπτώς: «1. Όπου στον παρόντα ή σε άλλο νόμο προβλέπονται αρμοδιότητες κοινωνικής υπηρεσίας στο πλαίσιο της λειτουργίας του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης, οι αρμοδιότητες αυτές ασκούνται, για όσο διάστημα και σε όσες Κοινωνικές Υπηρεσίες δεν έχουν συγκροτηθεί ακόμα ειδικά Τμήματα, από ειδικούς επιστήμονες των Τμημάτων Ανηλίκων αυτών των Υπηρεσιών και, ωσότου συγκροτηθούν και αρχίσουν να λειτουργούν και αυτά τα Τμήματα, από ειδικούς επιστήμονες των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, καθώς και των κοινωνικών οργανώσεων που εποπτεύονται από αυτές. 2. Με προεδρικό διάταγμα εκδιδόμενο με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας και Πρόνοιας θα καθοριστούν οι λεπτομέρειες της χρησιμοποίησης των επιστημόνων των εν λόγω υπηρεσιών για τους σκοπούς της λειτουργίας του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης.».
2.  Σε εκτέλεση της παρ. 2, του ανωτέρω άρθρου 54 του ν. 2447/1996 εκδόθηκε το ΠΔ 250/1999 «Άσκηση κοινωνικής υπηρεσίας κατά τη δικαστική συμπαράσταση» (ΦΕΚ Α’ 206/7-10-1999), το οποίο περιέχει αναλυτικές ρυθμίσεις για τα πρόσωπα που θα ασκήσουν προσωρινά αρμοδιότητες κοινωνικής υπηρεσίας, καθώς και τον τρόπο δράσης τους στο πλαίσιο των ΑΚ 1666 επ.. Στο άρθρο 2 του εν λόγω ΠΔ 250/1999 αναφέρεται αυτολεξεί: «Για τη διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας που προβλέπεται από το άρθρο 1674[1] του Αστικού Κώδικα και από τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 805[2] του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η προβλεπόμενη από την τρίτη παράγραφο του άρθρου 796[3] του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1646[4] του Αστικού Κώδικα (σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ. 4 εδ. α` του Ν. 2521/1997[5]) κοινοποίηση στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία απευθύνεται στην υπηρεσία που έχει κατά τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1 του παρόντος τον συντονισμό για το Πρωτοδικείο, στο αρμόδιο τμήμα του οποίου έχει εισαχθεί η συγκεκριμένη υπόθεση.».
3.   Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ιδίου ως άνω ΠΔ 250/1999: «1. Οι αρμοδιότητες κοινωνικής υπηρεσίας που προβλέπονται από τις ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Σχεδίου Νόμου που κυρώθηκε με το Ν. 2447/1996 (ΦΕΚ Α’ 278/30-12-1996), οι οποίες αναφέρονται στη λειτουργία του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης, ασκούνται, από τους ειδικούς επιστήμονες (κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχιάτρους, Ψυχολόγους επισκέπτες υγείας και άλλους επιστήμονες κατάλληλους για την αντιμετώπιση σωματικά αναπήρων και εξαρτημένων προσώπων, όπως τοξικομανών ή αλκοολικών): α) Των Κέντρων Ψυχικής Υγείας του άρθρου 93 του Ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α’ 123), όπου αυτά έχουν συσταθεί, και λειτουργούν. β) των Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής, όπου λειτουργούν, γ) των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, δ) των πανεπιστημιακών ψυχιατρικών κλινικών και των κοινωνικών υπηρεσιών τους καθώς και άλλων αρμόδιων πανεπιστημιακών κλινικών, ε) των λοιπών Μονάδων Ψυχικής Υγείας, που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 93 του Ν. 2071/1992[6], εξαιρουμένων των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών, στ) των υπηρεσιών του Εθνικού Οργανισμού Κοινωνικής φροντίδας (πρώην ΠΙΚΠΑ. - ΕΟΠ και Κέντρο Βρεφών "Η ΜΗΤΕΡΑ"). ζ) των Διευθύνσεων Κοινωνικής Πρόνοιας ή, κατά περίπτωση, Υγείας και Πρόνοιας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων.    2. Ο συντονισμός και η εποπτεία της εκτέλεσης, από ειδικούς επιστήμονες των υπηρεσιών της προηγούμενης παραγράφου, των έργων που τους ανατίθενται με τον Ν. 2447/1996 και το παρόν διάταγμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στις διατάξεις που ακολουθούν, ανήκει στα Κέντρα Ψυχικής Υγείας των νομών, σε όσους δε νομούς λειτουργούν περισσότερα του ενός, το κάθε Κέντρο θα έχει το συντονισμό και την εποπτεία για την περιοχή ευθύνης του.
Στους νομούς που δεν λειτουργούν Κέντρα Ψυχικής Υγείας, λειτουργούν όμως Κέντρα Ψυχικής Υγιεινής, ο συντονισμός ανήκει σ` αυτά τα Κέντρα, αλλιώς ανήκει στις Διευθύνσεις Δημόσιας Υγείας και Υγιεινής ή, κατά περίπτωση, Υγείας και Πρόνοιας των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων.
Σ` αυτές τις Διευθύνσεις ανήκει ο συντονισμός και για τις περιπτώσεις προσώπων που πάσχουν από σωματική αναπηρία ή τελούν υπό εξάρτηση λόγω τοξικομανίας ή αλκοολισμού. Οι ίδιες αυτές Διευθύνσεις παρέχουν, εξάλλου, τη γραμματειακή τους υποστήριξη στις μονάδες που έχουν το συντονισμό, σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια αυτής της παραγράφου, όταν αυτές δεν διαθέτουν κατάλληλο διοικητικό προσωπικό.».

4. Η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία υποβάλλεται ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση (ή για το οποίο διορίζεται προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης) κοινοποιείται στην υπηρεσία που έχει το συντονισμό κατ΄άρθρο 1 παρ. 2 ΠΔ 250/1999 και καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο δικαστικών συμπαραστάσεων που τηρείται στην εν λόγω υπηρεσία. Η ίδια απόφαση κοινοποιείται υποχρεωτικά και στον Πρόεδρο της Τοπικής Επιτροπής Ψυχικής Υγείας του νομού (βλ. άρθρο 4 παρ. 1 και 2 ΠΔ 250/1999)[7]

ΙΙ.  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Σε ακολουθία των ανωτέρω η κοινοποίηση των σχετικών με τη δικαστική συμπαράσταση δικογράφων (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΔ 250/1999), καθώς και η ανάθεση της δικαστικής συμπαράστασης γίνεται στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία που έχει τον συντονισμό για το (κατά τόπο) Πρωτοδικείο (βλ. άρθρο 2 του ΠΔ 250/1999). Στη συνέχεια η αρμόδια Κοινωνική Υπηρεσία που έχει το συντονισμό θα ορίσει σύμφωνα με το άρθρο 3 του ΠΔ 250/1999, και με τη σειρά που αναφέρονται κατωτέρω, κατά την κρίση της, από τον ειδικό κατάλογο τον κοινωνικό λειτουργό ή άλλον ειδικό επιστήμονα (βλ. άρθρ. 1, ΠΔ 250/1999), που θα ασκήσει τα έργα του δικαστικού συμπαραστάτη (βλ. λ.χ. την υπ' αριθμ. 1338/2017 ΜΠρΑθ).

Συγκεκριμένα, 

1.  οι ΜΨΥ στις οποίες ανατίθενται ο συντονισμός και η εποπτεία της εκτέλεσης, από τους ειδικούς επιστήμονες (της παρ. 1, άρθρ. 1 ΠΔ 250/1999), των έργων που τους ανατίθενται με τον ν. 2447/1996, και είναι αρμόδιες για την παραλαβή των σχετικών με τη δικαστική συμπαράσταση δικογράφων (παρ. 1, άρθρ. 2 ΠΔ 250/1999), είναι κατά σειρά η ακόλουθη:

1.1      τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας των νομών,
1.2   το κατά περιοχή ευθύνης (σε σχέση με την κατοικία του συμπαραστατέου) Κέντρο Ψυχικής Υγείας στην περίπτωση κατά την οποία στον ίδιο νομό υφίστανται περισσότερα του ενός Κέντρα Ψυχικής Υγείας,
1.3   το Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής στις περιπτώσεις που δεν υφίσταται στο νομό Κέντρο Ψυχικής Υγείας,
1.4   διαφορετικά (σημ. “αλλιώς” = αν δεν υπάρχουν τα ανωτέρω;), οι Διευθύνσεις Δημόσιας Υγείας και Υγιεινής ή, κατά περίπτωση, οι Διευθύνσεις Υγείας και Πρόνοιας των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων (βλ. παρ. 2, άρθρο 1 του ΠΔ 250/1999).

- Η απόφαση του δικαστηρίου σχετικά με τη θέση προσώπου σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης κοινοποιείται υποχρεωτικά και στον Πρόεδρο της Τοπικής Επιτροπής Ψυχικής Υγείας του νομού.

2. οι αρμοδιότητες της Κοινωνικής Υπηρεσίας που προβλέπονται από τις ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του ν. 2447/1996, οι οποίες αναφέρονται στη λειτουργία του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης ασκούνται από τους ειδικούς επιστήμονες:
2.1  των Κέντρων Ψυχικής Υγείας του άρθρου 93 του Ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α’ 123), όπου αυτά έχουν συσταθεί, και λειτουργούν,
2.2  των Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής, όπου λειτουργούν,
2.3  των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας,
2.4 των πανεπιστημιακών ψυχιατρικών κλινικών και των κοινωνικών υπηρεσιών τους καθώς και άλλων αρμόδιων πανεπιστημιακών κλινικών,
2.5  των λοιπών Μονάδων Ψυχικής Υγείας, που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 93 του Ν. 2071/1992, εξαιρουμένων των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών,
2.6  των υπηρεσιών του Εθνικού Οργανισμού Κοινωνικής φροντίδας (πρώην ΠΙΚΠΑ. - ΕΟΠ και Κέντρο Βρεφών "Η ΜΗΤΕΡΑ"),
2.7  των Διευθύνσεων Κοινωνικής Πρόνοιας ή, κατά περίπτωση, Υγείας και Πρόνοιας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων.

Επισημαίνεται πάντως, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, ότι υφίσταται αντικειμενική αδυναμία των κοινωνικών υπηρεσιών που προβλέπονται στο ΠΔ 250/1999, να αναλάβουν τα έργα που τους ανατίθενται με την ΑΚ 1671[8]


[1] Άρθρο 1674 ΑΚ. Έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας. Το δικαστήριο, προκειμένου να αποφασίσει την υποβολή ενός πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση και το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, καθώς και όταν πρόκειται να διορίσει προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, συνεκτιμά την έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης ή του σωματείου ή του ιδρύματος, στα οποία πρόκειται να ανατεθεί η δικαστική συμπαράσταση.
[2] Άρθρο 805 ΚΠολΔ. 1… 2. Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί και με Προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 781, όταν από ιατρικό πιστοποιητικό συνάγεται ότι συντρέχουν, λόγω της κατάστασης της υγείας του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο, επείγοντες λόγοι υπέρ του διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και ότι απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η Προσωρινή διαταγή εκδίδεται ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του συμπαραστατέου και έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, εκτός αν επίκειται κίνδυνος από οποιαδήποτε αναβολή. Το β’ εδάφιο της τρίτης παραγράφου του άρθρου 803 έχει εφαρμογή και εδώ.
[3] Άρθρο 796 ΚΠολΔ. 1… 2…  3. Η σχετική αίτηση ή η πράξη της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 747 κοινοποιούνται υποχρεωτικά και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία στις περιπτώσεις όπου ο νόμος προβλέπει ότι η σύνταξη και η υποβολή σχετικής έκθεσης της είναι υποχρεωτική. Η έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας πρέπει να κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου τρεις ημέρες πριν από αυτήν που ορίστηκε για τη Συζήτηση.
[4] Άρθρο 1646 ΑΚ. Η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία οφείλει να αναγγέλλει στο δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση κάθε περίπτωση που καθιστά αναγκαία την αυτεπάγγελτη ενέργειά του υπέρ ανηλίκου, να διαβιβάζει σ` αυτό κάθε χρήσιμο στοιχείο και πληροφορία και να υποβάλλει σχετικές προτάσεις.
Όπου στις διατάξεις αυτού του Κεφαλαίου απαιτείται, για την απόφαση του δικαστηρίου, έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας, ο γραμματέας του ειδοποιεί έγκαιρα την κοινωνική υπηρεσία να υποβάλει τη σχετική έκθεση.
[5] Άρθρο 19, ν. 2521/1997 (ΦΕΚ Α’ 174/1-09-1997) παρ. 4α' «Τα οριζόμενα στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1646 του Αστικού Κώδικα και στην τρίτη παράγραφο του άρ8ρου 796 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ισχύουν και στις περιπτώσεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 1533, του τρίτου εδαφίου του άρθρου 1664 και του άρθρου 1674 του Αστικού Κώδικα, καθώς και στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 681Γ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Στις περιπτώσεις αυτές, καθώς και όπου αλλού ο νόμος απαιτεί την υποβολή στο δικαστήριο και την υποχρεωτική συνεκτίμηση από αυτά έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας, αν η έκθεση αυτή δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση.».
[6] Άρθρο 93 παρ. 1, ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α’ 123/15-07-1992) «Μονάδες Ψυχικής Υγείας (Μ.Ψ.Υ.) 1. Μονάδες Ψυχικής Υγείας είναι τα  κέντρα ψυχικής υγείας, οι ψυχιατρικοί τομείς νομαρχιακών ή περιφερειακών νοσοκομείων, οι πανεπιστημιακές ψυχιατρικές κλινικές, τα ειδικά ψυχιατρικά νοσοκομεία, οι παιδοψυχιατρικές κλινικές, οι ψυχογηριατρικές κλινικές, οι κινητές Μονάδες Ψυχικής Υγείας, οι ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, οι ξενώνες, τα οικοτροφεία, τα προστατευόμενα διαμερίσματα, οι ανάδοχες οικογένειες, οι θεραπευτικές μονάδες αποκατάστασης, οι θεραπευτικές συνεταιριστικές μονάδες, τα νοσοκομεία  ημέρας και νύχτας και τα ιατροπαιδαγωγικά κέντρα. Στις Μ.Ψ.Υ. διενεργείται η πρόληψη και η διάγνωση της ψυχικής διαταραχής, η θεραπεία της και η συνέχιση της θεραπευτικής αγωγής, η κοινωνική επανένταξη και η επαγγελματική αποκατάσταση προσώπων που πάσχουν από ψυχική διαταραχή. Οι επί μέρους λειτουργίες των Μονάδων Ψυχικής Υγείας και εκπαίδευσης του προσωπικού καθορίζονται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.».
[7] Άρθρο 4, παρ. 1 και 2 ΠΔ 250/1999: «1. Κάθε δικαστική απόφαση σχετική με τη δικαστική συμπαράσταση ορισμένου προσώπου επιδίδεται σύμφωνα με την τέταρτη παράγραφο του άρθρου 802, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στην υπηρεσία που έχει το συντονισμό, κατά την παρ. 2 του άρθρου 1 του παρόντος, στην περιφέρεια του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Η απόφαση καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο δικαστικών συμπαραστάσεων, που τηρείται στην παραπάνω υπηρεσία…. 2. Η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία υποβάλλεται ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση (ή για το οποίο διορίζεται προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης) κοινοποιείται υποχρεωτικά και στον Πρόεδρο της Τοπικής Επιτροπής Ψυχικής Υγείας του νομού. 3…».
[8] Άρθρο 1671 ΑΚ, Αδυναμία διορισμού. «Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 1669, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία. Το άρθρο 1635 έχει ανάλογη εφαρμογή.».

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Ορισμός μελών της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές

Δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ. 229/16.05.2017)* η υπ' αριθμ. Α1β/Γ.Π.οικ.36223/15-05-2017 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας, με την οποία ορίστηκαν τα μέλη της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, το κείμενο της οποίας έχει ως ακολούθως:


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ  ΥΓΕΙΑΣ

Αριθμ. Α1β/Γ.Π.οικ.36223/15-05-2017
Ορισμός μελών της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας
των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές (2017-2022).


Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Έχοντας υπόψη:
1. Το άρθρο 2 του ν. 2716/1999, «Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 96), όπως ισχύει.
2. Τα άρθρα 13, 14 και 15 του ν. 2690/1999, «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 45), όπως ισχύουν.
3. Το άρθρο 21 του ν. 4354/2015, «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» (Α΄ 176).
4. Το π.δ. 106/2014, «Οργανισμός του Υπουργείου Υγείας» (Α΄ 173), όπως ισχύει.
5. Το π.δ. 73/2015, «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 116).
6. Την αριθ. Α1α/89772/07-12-2016 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Υγείας, με θέμα «Διορισμός Γενικού Γραμματέα Υπουργείου Υγείας» (Υ.Ο.Δ.Δ. 685).
7. Την αριθ. Α1β/Γ.Π. οικ. 3899/19-01-2017 απόφαση, με θέμα «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και του δικαιώματος υπογραφής εγγράφων «Με εντολή Υπουργού» στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας» (Β΄ 94, ΑΔΑ: 6ΠΓΤ465ΦΥΟ-ΣΨΕ).
8. Το με αριθ. πρωτ. οικ. 33793/05-05-2017 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα.
9. Το γεγονός ότι από την παρούσα δεν προκύπτει δαπάνη εις βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

Ορίζονται ως μέλη της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, οι κάτωθι:

1. ΔΙΚΑΙΑΚΟΣ ΜΙΧΑΗΛ του Ιωάννη (Α.Δ.Τ. Χ 428600), Ψυχίατρος, με αναπληρωτή τον ΠΛΟΥΜΠΙΔΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟ του Νικολάου (Α.Δ.Τ. ΑΖ 631739), Ψυχίατρο.
2. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ ΑΛΙΚΗ του Γεωργίου (Α.Δ.Τ. Σ 501413), Παιδοψυχίατρος, με αναπληρωτή τον ΓΚΡΙΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟ του Γρηγορίου (Α.Δ.Τ. ΑΗ 023123) Παιδοψυχίατρο.
3. ΖΑΧΑΡΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟ του Μιχαήλ (Α.Δ.Τ. ΑΚ 024548), Κοινωνικό Λειτουργό, με αναπληρωτή τον ΒΙΚΕΝΤΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ του Ευσταθίου (Α.Δ.Τ. Χ 123391), Κοινωνικό Λειτουργό.
4. ΠΑΡΗ ΕΙΡΗΝΗ του Δημητρίου (Α.Δ.Τ. ΑΖ 613050), Νοσηλεύτρια, με αναπληρώτρια την ΠΑΝΤΕΛΙΔΟΥ ΚΑΛΛΙΟΠΗ του Παντελεήμονα (Α.Δ.Τ. Χ 064618), Νοσηλεύτρια.
5. ΦΙΤΣΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ του Αθανασίου (Α.Δ.Τ. ΑΚ 114988), Ψυχολόγος, με αναπληρωτή τον ΤΣΑΚΟ ΑΡΓΥΡΙΟ του Μιχαήλ (Α.Δ.Τ. Χ 713577), Ψυχολόγο.
6. ΜΗΤΡΟΣΥΛΗ ΜΑΡΙΑ του Κωνσταντίνου (Α.Δ.Τ. Ι 219668), Νομικός, με αναπληρωτή τον ΚΟΣΜΑΤΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ του Γεράσιμου (Α.Δ.Τ. ΑΙ 700271), Νομικό.
7. ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ του Σταματίου (Α.Δ.Τ. Χ 681291), Νομικός, με αναπληρωτή τον ΣΑΚΕΛΛΑΡΗ ΑΝΤΩΝΙΟ του Εμμανουήλ (Α.Δ.Τ. ΑΒ 214629), Νομικό.
8. D’ ELIA PAOLO του Ιωσήφ (Α.Δ. Ιταλικής Ταυτότητας ΑU 6806231, αριθμός εγγράφου πιστοποίησης μόνιμης διαμονής πολίτη κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης 362492) Εκπρόσωπος του Σωματείου Ληπτών Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ», με αναπληρώτριά την ΚΟΚΚΟΛΗ ΣΤΥΛΙΑΝΗ του Κωνσταντίνου (Α.Δ.Τ. ΑΖ 131009), Εκπρόσωπο του Σωματείου Ληπτών Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας «ΑΥΤΟΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ».
9. ΝΟΜΙΔΟΥ ΝΙΚΗ-ΕΛΕΝΗ του Γεωργίου (Α.Δ.Τ. Χ 974983), Εκπρόσωπος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Οικογενειών για την Ψυχική Υγεία (Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ.), με αναπληρώτρια την ΜΠΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ του Γεωργίου (Α.Δ.Τ. ΑΚ 337777), Εκπρόσωπο της Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ.

Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται η ΜΗΤΡΟΣΥΛΗ ΜΑΡΙΑ.

Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται η ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΟΥ ΧΡΥΣΟΥΛΑ του Ευσταθίου (Α.Δ.Τ. ΑΜ 011120, Υπάλληλος στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας, με αναπληρώτρια την ΓΑΡΟΦΑΛΑΚΗ ΜΑΡΙΑ του Ιωάννη (Α.Δ.Τ. Π 067908), οι οποίες αμφότερες υπηρετούν στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας.

Η θητεία των μελών της Επιτροπής είναι πενταετής.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 15 Μαΐου 2017 
Ο Γενικός Γραμματέας 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ  


____________________________
*Το ΦΕΚ τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ. 229/16.05.2017 μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ την ανάρτηση της σχετικής πράξης στο πρόγραμμα Διαύγεια.
 

Σύσταση και ορισμός μελών της Ομάδας Εργασίας για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για την ακούσια νοσηλεία.

Δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ. 225/16.05.2017)* η υπ' αριθμ. Α1β/Γ.Π.31142/9-05-2017 απόφαση του Υπουργού Υγείας και του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας, με την οποία συστήθηκε και ορίστηκαν τα μέλη της Ομάδας Εργασίας για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για την ακούσια νοσηλεία, το κείμενο της οποίας έχει ως ακολούθως:


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ  ΥΓΕΙΑΣ


Αριθ. Α1β/Γ.Π.31142/9-05-2017
Σύσταση και ορισμός μελών της Ομάδας Εργασίας για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για την ακούσια νοσηλεία.  

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΥΓΕΙΑΣ 
ΚΑΙ Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ 

Έχοντας υπόψη: 
1. Τα άρθρα 13, 14 και 15 του ν. 2690/1999, «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 45), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν. 
2. Την παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1579/1985, «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή και ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 217). 
3. Το άρθρο 95 του ν. 2071/1992, «Εκσυγχρονισμός και οργάνωση συστήματος υγείας» (ΦΕΚ Α΄ 123). 
4. Το άρθρο 21 του ν. 4354/2015, «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» (Α΄ 176).
5. Το π.δ. 73/2015 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 116). 
6. Το π.δ. 106/2014, «Οργανισμός του Υπουργείου Υγείας» (Α΄ 173), όπως ισχύει. 
7. Την παρ. 3 του άρθρου 45 και το άρθρο 90 του «Κώδικα της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98). 
8. Την υπ’ αριθ. Α1α/89772/07-12-2016 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Υγείας, με θέμα «Διορισμός Γενικού Γραμματέα Υπουργείου Υγείας» (Υ.Ο.Δ.Δ. 685). 
9. Την υπ’ αριθ. Α1β/Γ.Π. οικ. 3899/19-01-2017 απόφαση, με θέμα «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και του δικαιώματος υπογραφής εγγράφων “Με εντολή Υπουργού” στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας» (Β΄ 94, ΑΔΑ: 6ΠΓΤ465ΦΥΟ-ΣΨΕ). 
10. Το από 19/04/2017 Υπηρεσιακό Σημείωμα της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας, με το οποίο ζητείται η συγκρότηση της εν θέματι αναφερόμενης Ομάδας Εργασίας. 
11. Το υπ’ αριθ. Α1β/Γ.Π.οικ. 30186/20-04-2017 έγγραφο του Τμήματος Οργάνωσης και Συλλογικών Οργάνων προς το Συνήγορο του Πολίτη, με το οποίο ζητείται ο ορισμός εκπροσώπου στην εν θέματι αναφερόμενη Ομάδα Εργασίας. 
12. Το υπ’ αριθ. 92/21-04-2017 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, με το οποίο απαντάται το ανωτέρω (8) σχετικό έγγραφο. 
13. Το υπ’ αριθ. Α1β/Γ.Π.οικ. 30189/20-04-2017 έγγραφο του Τμήματος Οργάνωσης και Συλλογικών Οργάνων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το οποίο ζητείται ο ορισμός εκπροσώπου στην εν θέματι αναφερόμενη Ομάδα Εργασίας. 
14. Το υπ’ αριθ. 1093/28-04-2017 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το οποίο απαντάται το ανωτέρω (10) σχετικό έγγραφο. 
15. Το γεγονός ότι λόγω της ιδιαίτερης φύσης του αντικειμένου, δεν ορίζονται αναπληρωματικά μέλη. 
16. Το γεγονός ότι από την παρούσα δεν προκύπτει δαπάνη εις βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε: 

Συνιστάται στο Υπουργείο Υγείας Ομάδα Εργασίας για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου για την ακούσια νοσηλεία (άρθρο 95 του ν. 2071/1992), και ως μέλη αυτής ορίζονται οι κάτωθι:
1. ΚΟΣΜΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ του Γεράσιμου (Α.Δ.Τ. ΑΙ 700271), Επίκουρος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. 
2. ΔΟΥΖΕΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ του Ιωάννη (Α.Δ.Τ. ΑΗ 501222), Καθηγητής Ψυχιατροδικαστικής - Β΄ Ψυχιατρική Κλινική του Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ». 
3. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ του Αναστασίου (Α.Δ.Τ. Χ 024397), Ψυχίατρος Διευθυντής ΕΣΥ στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Αγίων Αναργύρων του Ψ.Ν.Α. «ΔΑΦΝΙ». 
4. ΜΑΡΚΕΤΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ του Παναγή (Α.Δ.Τ. ΑΙ 632633), Ψυχίατρος, Επιμελητής στην Ψυχιατρική Κλινική του Γ.Ν.Α. «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ». 
5. ΜΠΙΛΑΝΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ του Δημητρίου (Α.Δ.Τ. ΑΒ 807749), Ψυχίατρος Διευθυντής Ε.Σ.Υ. στην Ψυχιατρική Κλινική του Γ.Ν. Άρτας. 
6. ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ του Μιχαήλ (Α.Δ.Τ. ΑΙ 069625), Προϊστάμενος στο Τμήμα Β΄ της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας. 
7. ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ του Σταμάτη (Α.Δ.Τ. Χ 681291), Δικηγόρος. 
8. ΒΙΔΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ του Κωνσταντίνου (Α.Δ.Τ. Σ 545783), Συνταγματολόγος, Διευθυντής στο Τμήμα Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής της Δικηγορικής Εταιρείας Αθηνών. 
9. ΣΤΑΘΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ του Κωνσταντίνου (Α.Δ.Τ. Χ 792332), Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κορίνθου. 
10. ΠΑΝΑΓΟΥ ΑΙΜΙΛΙΑ του Νικολάου (Α.Δ.Τ. ΑΚ 209741), Ειδική Επιστήμονας του Κύκλου Κοινωνικής Προστασίας του Συνηγόρου του Πολίτη. 

Πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας ορίζεται ο ΚΟΣΜΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ. 

Γραμματέας ορίζεται η ΚΑΝΑΡΗ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ του Ευριπίδη (Α.Δ.Τ. ΑΙ 109425), Υπάλληλος στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας.

Έργο της Ομάδας Εργασίας είναι η εκπόνηση σχεδίου νόμου και των τυχόν εφαρμοστικών αποφάσεων, προκειμένου να επικαιροποιηθεί το θεσμικό πλαίσιο της ακούσιας νοσηλείας (άρθρο 95 του ν. 2071/1992) και να αναπτυχθούν οι απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες για τον περιορισμό των ακούσιων νοσηλειών. 

Η Ομάδα Εργασίας θα παραδώσει τις προτάσεις της, ολοκληρώνοντας το έργο της, στις 22/12/2017. 

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.  

Αθήνα, 9 Μαΐου 2017 

                              Ο Υπουργός 
                                   κ.α.α. 
                    Ο Αναπληρωτής Υπουργός         Ο Γενικός Γραμματέας 
                     
                      ΠΑΥΛΟΣ ΠΟΛΑΚΗΣ           ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 






____________________________
*Το ΦΕΚ τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ. 225/16.05.2017 μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ την ανάρτηση της σχετικής πράξης στο πρόγραμμα Διαύγεια.
**Φωτογραφία Γ. Γεωργίου.
 

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Η πορεία του ψυχιάτρου προς τον στιγματισμό.


"Δ. Σούρας: Επίσης μου δίνεται η δυνατότητα από την εκπομπή σας να πω κάτι, εύχομαι να μην έχει κανένας ψυχιατρικό πρόβλημα στην οικογένεια του, και πραγματικά είναι άδικο να υπάρχει, αν όμως δείτε ότι έχετε κάποιον ο οποίος δεν συνεργάζεται, η εισαγγελική εντολή είναι πράξη υποχρέωσης και αγάπης. Το να πάτε να πάρετε εισαγγελικό χαρτί και να τον πάτε να τον νοσηλέψετε, χωρίς εκείνος να θέλει, αλλά με γιατρούς και με φάρμακα, είναι ένδειξη υποχρέωσης και αγάπης. Μην κρατάτε ανθρώπους στο σπίτι σας που θα δημιουργήσουν πρόβλημα. Και μπορεί να δημιουργήσουν πρόβλημα και σε εσάς τους ίδιους και σε άλλους και στον εαυτό τους.

Τ. Στεφανίδου: Εκτός και αν το έχει σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο ο άνθρωπος αυτός και δεν έχει οικογένεια, δεν έχει κάποιον και δρα μόνος του.".
(Απόσπασμα από την εκπομπή "Tatiana Live" (Etv) της Τ. Στεφανίδου, στις 3-03-2017, με θέμα "Το προφίλ του μανιακού δολοφόνου οδηγών ταξί" και φιλοξενούμενο τον ψυχίατρο Δ. Σούρα.)*.


       Αν η ψυχιατρική κοινότητα εκφράζεται, και γι’ αυτό δεν αντιδρά, από τηλεοπτικούς ψυχιάτρους, οι οποίοι καλλιεργούν τον στιγματισμό και συστήνουν τον ακούσιο εγκλεισμό των ψυχικά πασχόντων ως πράξη αγάπης, τότε δεν αποτελεί επιστημονική κοινότητα που τα μέλη της θεραπεύουν ασθενείς και, ακολούθως, η ψυχιατρική δεν είναι επιστήμη -ένα σύστημα αντιμετώπισης της αρρώστιας, αλλά ένα σύστημα κοινωνικού ελέγχου.
      Σε αυτή την περίπτωση ποιος είναι επομένως ο ρόλος αυτού του ψυχιάτρου; Είναι να ασκεί κοινωνικό έλεγχο στα άτομα τα οποία κοινωνικά αποκλίνουν και υπό αυτή την έννοια είναι παρόμοιος με το ρόλο του αστυνομικού, του εισαγγελέα, του δικαστή και του δεσμοφύλακα**.

      Στην προχθεσινή (3-03-2017) εκπομπή της κυρίας Στεφανίδου με θέμα "Το προφίλ του μανιακού δολοφόνου οδηγών ταξί" ψυχίατρος, κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 3418/2005 Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογία (ΚΙΔ), καλλιέργησε τον αποκλεισμό, τον στιγματισμό και τη διάκριση των ψυχιατρικών ασθενών ως επικίνδυνων, και παραπλάνησε και δημιούργησε σύγχυση στο τηλεοπτικό κοινό περί της ψυχικής ασθένειας.

Κυρίως παραβιάστηκαν οι ακόλουθες διατάξεις του ΚΙΔ:

α) της παραγράφου 4, του άρθρου 16 (Ο ιατρός και η κοινωνία): «4. Ο ιατρός απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια η οποία μπορεί να οδηγήσει στον κοινωνικό αποκλεισμό ή στη διακριτική μεταχείριση ασθενών ή ατόμων που είναι φορείς νόσων, οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν κοινωνικό στίγμα. Αντίθετα, μεριμνά για το σεβασμό της αξιοπρέπειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, παρέχοντας παράλληλα την καλύτερη δυνατή επιστημονική αντιμετώπισή τους.», 

β) των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 17 (Διαφήμιση - Παρουσία ιατρών στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης): «9. Η ενημέρωση του κοινού από τους ιατρούς σε θέματα της ειδικότητας ή του γνωστικού τους αντικειμένου πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις αρχές και τις κείμενες διατάξεις που διέπουν την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και την Ιατρική Δεοντολογία. Η ενημέρωση πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά σε στοιχεία απόλυτα τεκμηριωμένα και διεθνώς παραδεδεγμένα. […]. 10. Δεν επιτρέπεται η δια των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης έκφραση απόψεων που μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση ή παραπλάνηση του κοινού για θέματα υγείας. Ο περιορισμός αυτός ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις υποθέσεων οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών.» καθώς και, 

γ) των παραγράφων 1, 8 και 13 του άρθρου 28 (Φροντίδα ψυχικής υγείας): «1. Ο ψυχίατρος πρέπει να προσφέρει την καλύτερη δυνατή θεραπεία σύμφωνα με τις γνώσεις του και να παρέχει τις φροντίδες του μέσα στο πλαίσιο του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των ανθρώπων που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές. Ενθαρρύνει επίσης τη γενικότερη προαγωγή της ψυχικής υγείας. […] 8. Ο ψυχίατρος δεν χορηγεί καμία θεραπεία χωρίς τη θέληση του ανθρώπου που πάσχει από ψυχικές διαταραχές, εκτός εάν η άρνηση θεραπείας θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του ίδιου και εκείνων που τον περιβάλλουν ή συνεπάγεται σοβαρή επιβάρυνση της πορείας της ψυχικής του διαταραχής. Αν καθίσταται επιτακτική η αναγκαστική νοσηλεία του ανθρώπου που πάσχει από ψυχικές διαταραχές, αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία. […] 13. Ο ψυχίατρος πρέπει να φροντίζει ώστε οι ψυχικά πάσχοντες να παρουσιάζονται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.) με τρόπο που, αφ` ενός μεν προστατεύει την τιμή και την αξιοπρέπειά τους, αφ` ετέρου δε μειώνει το στίγμα και τη διάκριση εναντίον τους. Ο ψυχίατρος δεν πρέπει να κάνει ανακοινώσεις στα Μ.Μ.Ε. για την υποτιθέμενη ψυχοπαθολογία οποιουδήποτε ατόμου.».

Αλλά, ποιος νοιάζεται;

__________________
*Δείτε ολόκληρη την εκπομπή και το επίμαχο απόσπασμα μετά το 7 λεπτό εδώ.
**Τόμας Σαζ, Νόμος, ελευθερία και ψυχιατρική, εκδόσεις Αρχιπέλαγος, 2007.

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΑ ΣΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ



            Στις υποθέσεις δικαστικής συμπαράστασης το οικογενειακό δικαστήριο έχει αρμοδιότητα, ανάλογα με τις ιδιομορφίες της κάθε ατομικής περίπτωσης, να επιλέγει το είδος και την έκταση[1] της δικαστικής συμπαράστασης, στο οποίο θα υπαχθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο, να την μεταβάλει[2], σύμφωνα με το συμφέρον του συμπαραστατέου προσώπου, καθώς και να την αίρει[3].

Για να μορφώσει πλήρη δικαστική πεποίθηση το δικαστήριο της δικαστικής συμπαράστασης, αναφορικά με την ακριβή ψυχική και διανοητική κατάσταση του συμπαραστατέου, το βαθμό κατά τον οποίο η ψυχική νόσος επηρεάζει τη δυνατότητα να επιμελείται των προσωπικών του υποθέσεων, καθώς και το καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης (στερητική ή επικουρική, πλήρης ή μερική κ.λ.π.) που προσήκει στη συγκεκριμένη περίπτωση, πολλές φορές αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης και διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνη[4],[5].

Ποιος, όμως, επιβαρύνεται με τα έξοδα πραγματογνωμοσύνης, όταν το δικαστήριο της δικαστικής συμπαράστασης επιλαμβάνεται μετά από αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών[6];

Το Δ’ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με την υπ’ αριθμ. 443/2006 Γνωμοδότησή* του αποφαίνεται ότι «[…] στο τεθέν ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η αποζημίωση των πραγματογνωμόνων που διορίζονται από πολιτικό δικαστήριο σε περιπτώσεις δικαστικής συμπαράστασης και ακούσιας νοσηλείας βαρύνει το πρόσωπο προς όφελος του οποίου λειτουργεί η σχετική διαδικασία. […].».

      Είναι γνωστό στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, πως οι περισσότερες από τις περιπτώσεις, για τις οποίες η διαδικασία της δικαστικής συμπαράστασης κινείται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, αφορούν χρόνιους και άπορους ψυχικά ασθενείς. Η επιβάρυνση  των ατόμων αυτών με αμοιβές πραγματογνώμονα, έστω προς όφελός τους, καθιστά στην πράξη αδύνατη την ολοκλήρωση της διαδικασίας υποβολής τους σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης.
 
 ******

Γνωμοδότηση υπ’ αριθμ. 443/2006
Του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους 
Δ' Τμήματος 
Συνεδρίαση της 4-10-2006


   Αριθμ. πρωτ. ερωτήματος: 82644/17.7.2006 έγγραφο του Τμήματος Προϋπολογισμού της Διεύθυνσης Οικονομικού του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Περίληψη ερωτήματος: Ερωτάται ποιος είναι αρμόδιος να αποζημιώνει τους πραγματογνώμονες που διορίζονται από πολιτικό δικαστήριο σε περιπτώσεις δικαστικής συμπαράστασης και ακούσιας νοσηλείας, όπου δεν υπάρχει αιτών διάδικος αλλά το δικαστήριο επιλαμβάνεται κατόπιν προτάσεως του οικείου Εισαγγελέα Πρωτοδικών και σε περίπτωση που είναι υποχρεωμένο το Δημόσιο ποια είναι η αρμόδια υπηρεσία.
Επί του  ανωτέρω  ερωτήματος το παρόν Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους γνωμοδότησε, ως ακολούθως:

Ι. Ιστορικό
Ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών κ. Κλουκίνας, με το υπ' αριθμ. 6587/30.6.2006 έγγραφο του, προς τη Δ/νση Οικονομικού του Υπουργείου Δικαιοσύνης, θέτει το ζήτημα της αμοιβής των πραγματογνωμόνων που διενήργησαν πραγματογνωμοσύνη κατόπιν αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας - Ακούσια νοσηλεία), καθόσον επεστράφησαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών σχετικά δικαιολογητικά πληρωμής, με την αιτιολογία ότι οι σχετικές αποφάσεις δεν υπάγονται στην υπ’ αριθμ. 35163/1274/11.4.1985 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, αφού πρόκειται περί πολιτικών αποφάσεων.
ΙΙ. Κρίσιμες διατάξεις
1. Με τη διάταξη του άρθρου 1667 του Α.Κ. ορίζονται εκείνοι οι οποίοι νομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση για να υποβληθεί κάποιος σε δικαστική συμπαράσταση, ως εξής: «Η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, ή των γονέων ή τέκνων του ή του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως».
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1687 του ίδιου Κώδικα προβλέπεται η περίπτωση της ακούσιας νοσηλείας κάποιου προσώπου, ως εξής: «Όταν η κατάσταση ενός προσώπου επιβάλλει την ακούσια νοσηλεία του σε μονάδα ψυχικής υγείας αυτή γίνεται μετά προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου και κατά τις διατάξεις ειδικών νόμων».
Με τη διάταξη του άρθρου 96 του Ν. 2071/1992 «Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας» ορίζεται η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας ασθενούς, ως εξής: «1. Την ακούσια νοσηλεία του φερομένου νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν ο σύζυγος του ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα . Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα αυτά, σε επείγουσα περίπτωση, την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. 2. Η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία απευθύνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που φέρεται στην αίτηση ως ασθενής. Την αίτηση πρέπει να συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων […] 3. […]. 4. Ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας […]. 5. […]. 6. Σε τρεις μέρες από τότε που ο εισαγγελέας πρωτοδικών διέταξε τη μεταφορά του ασθενή, επιμελούμενος άμα για τη μεταφορά του στο πολυμελές πρωτοδικείο, ο ίδιος με αίτηση του ζητεί να επιληφθεί το πολυμελές πρωτοδικείο (ήδη το μονομελές πρωτοδικείο μετά την τροποποίηση του άρθρου 740 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. με τη διάταξη το άρθρου 39 του Ν. 2447/1996). 7. Το δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αν κρίνει ότι οι γνωματεύσεις των δύο ψυχιάτρων που προσάγονται διαφέρουν μεταξύ τους ή δεν είναι πειστικές ή ο επιστημονικός διευθυντής του νοσοκομείου στο οποίο έχει εισαχθεί ο ασθενής διατυπώνει αντίθετη προς τις γνωματεύσεις γνώμη, διατάζει την εξέταση του ασθενή και από άλλο ψυχίατρο εγγεγραμμένο στους καταλόγους ιατρικών συλλόγων της χώρας […]».
2. Με το άρθρο 739 του Κ.Πολ.Δ. ορίζονται ποιες υποθέσεις υπάγονται στην διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ως εξής: «Όλες οι υποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 782 έως 866 υπάγονται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 741 έως 781, καθώς και κάθε άλλη υπόθεση που υπάγεται με διάταξη νόμου στη διαδικασία αυτή». Περαιτέρω, με τη διάταξη του επόμενου άρθρου (740 Κ.Πολ.Δ.) ορίζονται ποιες υποθέσεις υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου: «1. Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται οι υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 […]. 2. […]. 3. Στην κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγεται και η θέση προσώπου σε ακούσια νοσηλεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου».
Με τα άρθρα 801 έως και 806 του ίδιου Κώδικα ρυθμίζεται η διαδικασία της θέσης ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση και, τέλος, με το άρθρο 746 του ίδιου κώδικα ορίζεται εκείνος σε βάρος του οποίου επιβάλλονται τα δικαστικά έξοδα στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ως εξής: «Τα έξοδα επιβάλλονται σε βάρος του αιτούντος εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί για το συμφέρον του, αλλιώς σε βάρος εκείνου προς το συμφέρον του οποίου έχει υποβληθεί. Τα έξοδα μπορεί να επιβληθούν όλα ή κατά ένα μέρος σε βάρος του υπαιτίου για τη διεξαγωγή της δίκης».
3. Με τη διάταξη του άρθρου 581 του Κ.Π.Δ. ορίζεται το ζήτημα της προκαταβολής των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, ως εξής: «1. Το Δημόσιο καταβάλλει κάθε δαπάνη για να λειτουργήσει η ποινική δικαιοσύνη. Οι μάρτυρες που αυτεπαγγέλτως κλητεύονται να εμφανιστούν σε δικαστήρια και σε ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές, οι μάρτυρες που προσκαλούνται κατά το άρθρο 327 παρ. 2 να εμφανιστούν σε δικαστήριο που συνεδριάζει, εκείνοι που διορίζονται από τις ίδιες αρχές ως πραγματογνώμονες έχουν δικαίωμα σε αποζημίωση και στα έξοδα γι'  αυτή τους την απασχόληση. Τα ποσά των αποζημιώσεων και των εξόδων και γενικά οι προϋποθέσεις πληρωμής τους, καθώς και η διαδικασία για την αναγνώριση του δικαιώματος και της πληρωμής, καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών...». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 35163/1274/30.4.1985 (ΦΕΚ Β' 239) κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, με την οποία καθορίζονται οι αποζημιώσεις και τα έξοδα των κλητευομένων μαρτύρων ενώπιον των Ποινικών Δικαστηρίων ή των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και υπό των ιδίων δικαστηρίων και Αρχών διοριζόμενων πραγματογνωμόνων, μεσεγγυούχων και ερμηνέων, των λαϊκών μελών του Μ.Ο.Κ., ως και περί των προϋποθέσεων και της διαδικασίας αναγνωρίσεως και πληρωμής των δικαιούχων.

III. Ερμηνεία διατάξεων
Από την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα  ακόλουθα:
1. Με τη διάταξη του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., με την οποία συμπληρώνονται οι διατάξεις του άρθρου 176 επ. του ίδιου Κώδικα, ρυθμίζεται η επιβολή της δικαστικής δαπάνης για εκείνες τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, που διεξάγονται χωρίς αντιδικία, οπότε είναι ανεφάρμοστη η για τη δικαστική δαπάνη θεμελιακή διάταξη του άρθρου 176, που εφαρμόζεται στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση που στη δίκη μετέχει μόνον ο αιτών, δεν τίθεται θέμα επιβολής εξόδων σε βάρος άλλου προσώπου, αλλά ο αιτών βαρύνεται με αυτά εφόσον προς το συμφέρον του υποβλήθηκε η αίτηση. Στην περίπτωση όμως που το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο αποβλέπει στην προστασία του συμφέροντος άλλου προσώπου (π.χ. του υπό δικαστική συμπαράσταση) τότε στα έξοδα καταδικάζεται το πρόσωπο για το συμφέρον του οποίου υποβλήθηκε η αίτηση, (βλ. Βασ. Βαθρακοκοίλη - κατ' άρθρο Ερμ. Κ.Πολ.Δ., Εφ.Θεσ. 2750/1997 Αρμενόπουλος 1998.484).
 2. Για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου από τους στενούς συγγενείς αυτού, όπως αυτοί ορίζονται περιοριστικά στις σχετικές ως άνω διατάξεις, καθώς και από τον Εισαγγελέα. Επίσης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1687 ΑΚ και 96 του Ν. 2071/1992, προκειμένου να νοσηλευθεί κάποιος ακούσια, υποβάλλεται αίτηση των στενών συγγενών αυτού προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, ο οποίος, αφού ελέγξει ότι συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις, την υποβάλει στο αρμόδιο δικαστήριο. Αν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη σχετική διάταξη, σε επείγουσα περίπτωση, την αίτηση υποβάλει αυτεπάγγελτα στο αρμόδιο δικαστήριο ο Εισαγγελέας. Αρμόδιο δικαστήριο και στις δύο περιπτώσεις είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής, που δικάζει με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Οι εν λόγω περιπτώσεις αποβλέπουν και οι δύο στη διασφάλιση των συμφερόντων του προσώπου που υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση ή σε ακούσια νοσηλεία.
IV. Συμπέρασμα
Από τις ανωτέρω διατάξεις, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος προκύπτουν τα ακόλουθα: 
Η αποζημίωση των πραγματογνωμόνων που ορίζονται με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου στα πλαίσια της διαδικασίας  της εκουσίας δικαιοδοσίας προκειμένου να τεθεί κάποιο πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση ή να νοσηλευθεί ακούσια βαρύνει το πρόσωπο προς όφελος του οποίου κινείται η σχετική διαδικασία είτε είναι ο ίδιος ο αιτών είτε είναι ο καθού. Το Δημόσιο βαρύνεται με τις δαπάνες αμοιβής πραγματογνωμόνων και μαρτύρων μόνον στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.
V.  Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τεθέν ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η αποζημίωση των πραγματογνωμόνων που διορίζονται από πολιτικό δικαστήριο σε περιπτώσεις δικαστικής συμπαράστασης και ακούσιας νοσηλείας βαρύνει το πρόσωπο προς όφελος του οποίου λειτουργεί η σχετική διαδικασία. Ως εκ τούτου παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.


[1] Κλιμακώσεις της δικαστικής συμπαράστασης: α) πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, β) μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση, γ) πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση, δ) μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση και, ε) συνδυασμό μερικής στερητικής και μερικής επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης.
Βλ. άρθρο 1676 ΑΚ: «Ανάλογα με την περίπτωση, το δικαστήριο που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση, είτε: 1. τον κηρύσσει ανίκανο για όλες ή για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί κρίνει ότι αδυνατεί να ενεργεί γι' αυτές αυτοπροσώπως (στερητική δικαστική συμπαράσταση, πλήρης ή μερική) είτε 2. ορίζει ότι για την ισχύ όλων ή ορισμένων δικαιοπραξιών του απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (επικουρική δικαστική συμπαράσταση, πλήρης ή μερική) είτε 3. αποφασίζει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την αίτηση, οφείλει όμως να επιβάλλει στον συμπαραστατούμενο τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς που απαιτεί το συμφέρον του. Στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1667, το δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει, με την αρχική ή την τροποποιητική απόφασή του, περιορισμούς περισσότερους από όσους ζητούνται.».
[2] Βλ. άρθρο 1677 ΑΚ: «Με μεταγενέστερη απόφασή του, το δικαστήριο μπορεί να τροποποιεί και αυτεπάγγελτα το είδος και την έκταση της δικαστικής συμπαράστασης.».
[3] Βλ. άρθρο 1685 ΑΚ: «Αν έλειψαν οι λόγοι που την προκάλεσαν, η δικαστική συμπαράσταση αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου ύστερα από αίτηση των προσώπων που μπορούν να τη ζητήσουν ή και αυτεπαγγέλτως […].».
[4] Βλ. άρθρον 368 παρ. 1, ΚΠολΔ: «1. Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης […].».
[5] Βλ. άρθρον 804 παρ. 2, ΚΠολΔ: «[…] 2. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να παραλείπεται, αν προσκομίζεται βεβαίωση δημόσιας αρχής ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για την κατάσταση του  συμπαραστατέου».
[6] Βλ. άρθρο 1667 ΑΚ: «Η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του  ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, ή των γονέων ή τέκνων του ή του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως […].».


*Το πλήρες κείμενο της ανωτέρω υπ΄αριθμ. 443/2006 Γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους μπορείτε να το δείτε εδώ.